Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

Ρύζι με κάδμιο δηλητηριάζει την Κίνα

kinaH κρατική υπηρεσία ελέγχου ποιότητας τροφίμων και φαρμάκων στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ κατέδειξε ότι το 44,4% του ρυζιού περιείχε βαρέα μέταλλα.
     
H κρατική υπηρεσία ελέγχου ποιότητας τροφίμων και φαρμάκων στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ κατέδειξε ότι το 44,4% του ρυζιού περιείχε βαρέα μέταλλα

Του Δημήτρη Σ. Φαναριώτη
 
Πολύ ακριβά πληρώνει περιβαλλοντικά την αλματώδη ανάπτυξή της η Κίνα, ο οικονομικός ...
κολοσσός ο οποίος κάθε εβδομάδα αποκτά δύο νέες μεγάλες βιομηχανικές μονάδες. Και δεν αναφερόμαστε στον εξαιρετικά μολυσμένο αέρα της Σανγκάης και των άλλων μεγαλουπόλεων, αλλά στο εθνικό αγροτικό προϊόν της, το ρύζι.

Διατροφικό σάλο έχουν προκαλέσει στην Κίνα τα αποτελέσματα έρευνας που διεξήγαγε η αρμόδια κρατική υπηρεσία ελέγχου ποιότητας τροφίμων και φαρμάκων στην πόλη Γκουανγκζού στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ, η οποία κατέδειξε ότι το 44,4% του ρυζιού και τα προϊόντα που παρασκευάζονται από ρύζι περιείχαν πολύ μεγαλύτερη ποσότητα καδμίου απ” αυτήν που προβλέπουν τα διεθνή πρότυπα. Ειδικότερα από τα 18 δείγματα, τα 8 παρουσίαζαν ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα καδμίου, με έξι από αυτά να προέρχονται από την επαρχία Χιουνάν.

Το κάδμιο είναι ένα βαρύ μέταλλο το οποίο βρίσκεται στην πρώτη θέση της λίστας με τις πλέον τοξικές ουσίες βάσει του καταλόγου που συνέταξε το 1984 η αρμόδια επιτροπή του ΟΗΕ για το περιβάλλον και προβλέπει ως μέγιστη επιτρεπτή ποσότητα τα 0,2 χιλιοστογραμμάρια ανά κιλό.

Σταμάτησε η παραγωγή

Σύμφωνα με τα δημόσια έγγραφα τα οποία δημοσίευσε η κινεζική εφημερίδα «Xin Shiji Zhoukan», η νοτιοανατολική επαρχία Χιουνάν ήταν η τέταρτη σε παραγωγή ρυζιού επαρχία της πολυπληθέστερης χώρας του πλανήτη, προμηθεύοντας το 11% της συνολικής συγκομιδής που φτάνει το αστρονομικό μέγεθος των 200 εκατομμυρίων τόνων ετησίως. Λίγες ημέρες αργότερα η καντονέζικη εφημερίδα «Nanfang Ribao» παρουσίαζε αναλυτικό ερευνητικό ρεπορτάζ με τον τίτλο: «Δέκα εκατομμύρια τόνοι μολυσμένου με κάδμιο ρυζιού φεύγουν από τη Χιουνάν για να καταλήξουν στα πιάτα των Καντονέζων». Ετσι, μετά το επίμαχο δημοσίευμα το ρύζι της συγκεκριμένης επαρχίας δεν βρίσκει πλέον αγοραστές.

Γι” αυτό και στον αχανή ορυζώνα του Λανσί της επαρχίας Χιουνάν, σχεδόν κατά 70% έχουν σταματήσει οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή του εθνικού προϊόντος της Κίνας, ενώ οι καλλιεργητές δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στην προσπάθειά τους να διαθέσουν στην αγορά το προϊόν τους.

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα δεν είναι και τόσο νέο. Ηδη από το 2003 οι αρχές και οι επιστήμονες είχαν διαπιστώσει ότι το 1/5 της παραγωγής της επίμαχης επαρχίας είχε επιβαρυνθεί με βαρέα μέταλλα, όπως κάδμιο και μόλυβδο, και σε ορισμένες παρτίδες ρυζιού η περιεκτικότητα σε κάδμιο ήταν 46 φορές υψηλότερη από τα επιτρεπόμενα όρια.

Τον Ιανουάριο του 2006 στην πόλη Σίνμα 2 άτομα πέθαναν και 150 δηλητηριάστηκαν από κάδμιο και λίγους μήνες αργότερα έρευνα που έγινε κατ” εντολή του κυβερνήτη της επαρχίας Χιουνάν κατέδειξε ότι η δηλητηρίαση δεν προκλήθηκε από πόσιμο νερό το οποίο περιείχε κάδμιο, αλλά από το ρύζι που είχε καλλιεργηθεί σε μολυσμένο με το βαρύ μέταλλο έδαφος! Το 2009 μια ομάδα 8 ειδικών επιστημόνων από τα Πανεπιστήμια του Αμπερντίν στη Σκοτία, του κινεζικού πανεπιστημίου της Σιαμέν καθώς και της Κινεζικής Ακαδημίας Επιστημών επισκέφθηκε την περιοχή και ύστερα από εκτεταμένη έρευνα δημοσίευσε στην επιστημονική αμερικανική επιθεώρηση «Environmental Science and Technology» τα αποτελέσματά της. Τα συμπεράσματα είναι δυστυχώς πολύ πιο ανησυχητικά απ” ό,τι είχε αρχικώς εκτιμηθεί. Κι αυτό επειδή από τα 100 δείγματα ρυζιού που ελήφθησαν από ολόκληρη την επαρχία, μόλις τα 15 ήταν φυσιολογικά σε ό,τι αφορούσε την περιεκτικότητά τους σε κάδμιο, μόλυβδο και αρσενικό, ενώ ποσοστό 65% παρουσίαζε περιεκτικότητα σε κάδμιο πολύ υψηλότερη από τα διεθνώς αποδεκτά επίπεδα.

Εκατομμύρια τόνοι

Η αναλυτικότερη εξέταση των στοιχείων μάλιστα κατέδειξε ότι στον Νότο της επαρχίας Χιουνάν το 17% του ρυζιού ήταν ακατάλληλο για κατανάλωση. Το ποσοστό αυτό για το νότιο τμήμα ανέβαινε στο 45%, για το κεντρικό στο 64% και εκτοξευόταν στο 86% για το ανατολικό τμήμα της επαρχίας. Από πού όμως προέρχεται το κάδμιο; Ο Γιν Λιχούι, διευθυντής του Γραφείου Προστασίας Περιβάλλοντος της Χενάν, αναφέρει ότι η επαρχία ήταν πάντα πλούσια σε μέταλλα, ωστόσο η εξόρυξή τους (μόλυβδος, ψευδάργυρος και χρυσός) είναι αυτή που προκάλεσε αυτή τη μόλυνση, κυρίως στα ύδατα του ποταμού Σιανγκ.Την άποψη του Γιν συμμερίζεται και ερευνητής του Ινστιτούτου για την προστασία του Περιβάλλοντος της Καντόνας, Σεν Νενγκτσάνγκ, ο οποίος εξήγησε ότι από το 1949, οπότε άρχισε η εκμετάλλευση του υπεδάφους της περιοχής, απελευθερώθηκαν τεράστιες ποσότητες καδμίου, μολύβδου και άλλων βαρέων μετάλλων στον υδροφόρο ορίζοντα. Εκτοτε και για 60 και πλέον χρόνια η Χιουνάν κρατά τα θλιβερά σκήπτρα παραγωγής βαρέων μετάλλων τα οποία έχουν μολύνει τις κοίτες των τεσσάρων ποταμών (Σιανγκ, Ζι, Γιουάν και Λι) οι οποίοι με τη σειρά τους τροφοδοτούν τη λίμνη Ντονγκτίνγκ. «Προκειμένου να κατανοήσει κανείς τον βαθμό της ρύπανσης», επισημαίνει ο Γιν, «αρκεί να αναφέρουμε ότι από το 1980, στους ποταμούς Σιανγκ και Ζι έχουν εγκατασταθεί 1.600 μεγάλες και μεσαίες εταιρείες εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου». Κερασάκι στην αποτρόπαια τούρτα της μόλυνσης, τα φωσφορικά λιπάσματα τα οποία, όπως επισημαίνει ο ντόπιος ερευνητής Τονγκ Κουαμίνγκ, αποτελούν μία ακόμη αιτία για τη μόλυνση του περιβάλλοντος με κάδμιο. Οπως εξηγεί, οι έρευνες που έκανε σε έξι ζώνες της περιοχής όπου βρίσκεται η λίμνη Ντονγκτίνγκ κατέδειξαν ότι η ποσότητα καδμίου η οποία απορροφάται από το έδαφος είναι μεγαλύτερη όταν το νερό έχει χρησιμοποιηθεί για πότισμα εμπλουτισμένο με φωσφορικά λιπάσματα σε σχέση με αυτό που χρησιμοποιήθηκε για την επεξεργασία βαρέων μετάλλων.

Τέλος, προχωρώντας ακόμη περισσότερο την έρευνά του ο Τονγκ συνέκρινε την ποσότητα καδμίου που κατακρατούν τα ανώτερα και τα βαθύτερα στρώματα του υπεδάφους και διαπίστωσε ότι η μόλυνση στα ανώτερα ήταν 2,57 υψηλότερη σε σχέση με τα βαθύτερα.

………………………………………………………………………………………………………………

Οι επιπτώσεις στον άνθρωπο

Ολέθρια είναι τα αποτελέσματα του κάδμιου στον ανθρώπινο οργανισμό, καθώς το βαρύ τοξικό μέταλλο συσσωρεύεται στο ήπαρ, στους νεφρούς, στη σπλήνα και στον θυρεοειδή αδένα προκαλώντας σοβαρότατες παθήσεις. Επιπλέον αποβάλλεται με βραδύτατους ρυθμούς από τον οργανισμό, με την ημιπερίοδο ζωής του στον ανθρώπινο οργανισμό να ανέρχεται σε 20-30 χρόνια. Η τοξική δράση του προκαλεί σειρά συμπτωμάτων, όπως ναυτία, εμετό, διάρροια, πονοκέφαλο, πόνους στην κοιλιά και στο μυϊκό σύστημα. Επίσης προκαλεί απασβέστωση, οστεομαλακία, παραμορφώσεις και κατάγματα των οστών. Είναι επίσης ύποπτο καρκινογένεσης καθώς υπάρχουν επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν την καρκινογόνο δράση του στα ζώα, ενώ έχουν σημειωθεί ακόμη και τερατογενέσεις σε βρέφη οι μητέρες των οποίων μολύνθηκαν από το βαρύ τοξικό μέταλλο.

efsyn.gr