Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Η καταστροφή του οικοσυστήματος

Της Παναγιώτας Μπλέτα

Η αλλοίωση – καταστροφή των οικοσυστημάτων θεωρείται, ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ανθρώπινης οικονομίας, σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς επηρεάζει όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, αλλά και την επιβίωση όλων των ζωντανών οργανισμών στον πλανήτη, από τους κοραλλιογενείς υφάλους έως την Αρκτική.

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα, οι έντονες βροχοπτώσεις, οι καύσωνες, οι ξηρασίες, οι τυφώνες παρουσιάζουν έξαρση τα τελευταία χρόνια, σε όλο τον κόσμο...
Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί η παρεμβατικότητα του ανθρώπου στη φύση, πάντα με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση και πρόσχημα την ανάπτυξη, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.

Στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης ανάπτυξης, υποθηκεύονται τα φυσικά θεμέλια της ζωής και όχι για να εξυπηρετείται η μεγαλύτερη και ποιοτικότερη διάρκεια ζωής του μέσου ανθρώπου στον πλανήτη, αλλά μια συγκεκριμένη κάστα εραστών της εξουσίας και του πλούτου της σύγχρονης ιστορίας.

Η αλλοίωση των οικοσυστημάτων οφείλεται:

  1.   στην υπερβολική χρήση ορυκτών πόρων, όπως είναι ο άνθρακας και ο λιγνίτης, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, η καύση των οποίων απελευθερώνει τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα. Έτσι η στοιβάδα των αερίων του θερμοκηπίου που καλύπτει τη Γη, συσσωρεύει ολοένα και περισσότερη ενέργεια η οποία, με τη σειρά της, αυξάνει την μέση θερμοκρασία του πλανήτη. Η χωρίς όρια καύση ορυκτών καυσίμων αλλά και οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες που συμβάλουν στην εκπομπή μεθανίου, σε συνδυασμό με την αποψίλωση των δασών, τα οποία απορροφούν τα αέρια του θερμοκηπίου, βοηθούν στο να συγκεντρώνεται μεγάλη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα (CO2 ) στην ατμόσφαιρα. Το αποτέλεσμα είναι η υπερθέρμανση του πλανήτη και η αδυναμία των φυσικών συστημάτων να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.
  2. στη δημιουργία αστικού περιβάλλοντος στις ακτές, στην αποξήρανση των υγρότοπων, με σκοπό τη γεωργική τους εκμετάλλευση, στην υπεραλιεία και στην άντληση πετρελαίου από τη θάλασσα, με τους κινδύνους που αυτή εγκυμονεί, όπως οι «μαύρες παλίρροιες», που καταστρέφουν τις υδάτινες διαπλάσεις, εξαφανίζουν διάφορα είδη αλιευμάτων και ρυπαίνουν τα θαλάσσια οικοσυστήματα καθιστώντας τα μη βιώσιμα.

Σύμφωνα με την WWF :
• Μέσα στις επόμενες δεκαετίες, τα αποθέματα νερού που είναι αποθηκευμένα στους παγετώνες και στις χιονισμένες περιοχές θα μειωθούν προκαλώντας ελλείψεις νερού σε περισσότερο από 1 δις ανθρώπους
• Το 20% με 30% όλων των ζωντανών οργανισμών στον πλανήτη θα αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εξαφάνισης, αν η άνοδος της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας ξεπεράσει τους 1,5-2,5°C.
• • Σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη, και κυρίως σε ξηρές και τροπικές περιοχές, ακόμα και μικρές αυξήσεις της θερμοκρασίας της τάξης των 1°C – 2°C, αναμένεται να αυξήσουν τον κίνδυνο λιμών
• Μετά το 2080, πολλά εκατομμύρια ανθρώπων αναμένεται να επηρεαστούν από πλημμύρες στα σπίτια και τις επιχειρήσεις τους, εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας κάθε χρόνο. Σε ιδιαίτερο κίνδυνο βρίσκονται πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς και περιοχές που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο, με περιορισμένες ικανότητες προσαρμογής.

Πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα, όπου ο πλούτος της είναι αναπόσπαστα δεμένος με τις κλιματολογικές συνθήκες, διότι επηρεάζουν τις βασικές οικονομίες της, όπως την τουριστική και την αγροτική, οι κλιματικές αλλαγές θα προκαλέσουν μεγάλα προβλήματα. Σχετική μελέτη του ΟΗΕ δείχνει πως η Ελλάδα, όπως και ολόκληρη η Μεσόγειος συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 18 «καυτά» σημεία του πλανήτη, τα οποία θα αντιμετωπίσουν τα μεγαλύτερα προβλήματα, εξαιτίας της εντεινόμενης αλλαγής του κλίματος.

Σε έρευνα της WWF Ελλάς σε συνεργασία με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, με τίτλο «Το αύριο της Ελλάδας (2020-2050)», διαφαίνεται ότι η ήδη υπάρχουσα δυσφορία των κατοίκων στις ελληνικές πόλεις πρόκειται να ενταθεί. 

Οι κάτοικοι πόλεων, όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, η Λαμία και η Λάρισα θα υπόκεινται μέχρι και σε 20 περισσότερες ημέρες καύσωνα.

Παράλληλα, σε Λαμία, Λάρισα, Βόλο, Θεσσαλονίκη και Αθήνα, η συνολική βροχόπτωση θα μειωθεί, αλλά αναμένεται να αυξηθούν κατά 10-20% οι ακραίες βροχοπτώσεις. 

Με άλλα λόγια φαίνεται , πως αυξάνεται ο κίνδυνος τόσο για πλημμυρικά επεισόδια, όσο και για εξάπλωση πυρκαγιών στα περιαστικά δάση.

Σημαντικά θα επηρεαστούν και οι τουριστικοί προορισμοί της χώρας.

Από 5 ως και 15 περισσότερες θα είναι οι μέρες με καύσωνα στους υπό εξέταση τουριστικούς νομούς, ενώ θα αυξηθούν περαιτέρω και οι νύχτες όπου η θερμοκρασία δεν θα πέφτει κάτω από τους 20oC, κυρίως στις νησιωτικές περιοχές, όπως η Ρόδος και τα Χανιά.

Οι δέκα μεγαλύτεροι αγροτικοί νομοί της χώρας θα δεχθούν επίσης μεγάλη πίεση από την κλιματική αλλαγή, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι μέρες καύσωνα, οι συνεχόμενες ημέρες χωρίς βροχή, να μειωθούν οι χειμερινές βροχοπτώσεις και συνεπώς να αυξηθεί κατά πολύ ο κίνδυνος πυρκαγιάς.

Για παράδειγμα, στην Εύβοια αναμένονται περισσότερες από 25 επιπλέον ξηρές ημέρες σε σχέση με σήμερα, οι Σέρρες και η Λάρισα θα ζήσουν 20 περισσότερες μέρες καύσωνα, ενώ στο Ηράκλειο και την Πέλλα οι βροχοπτώσεις το χειμώνα θα μειωθούν κατά 15%. Παρουσιάζεται επίσης αυξημένος κίνδυνος για ερημοποίηση νέων εκτάσεων και μείωση στη διαθεσιμότητα νερού.

Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να θέσει σε μεγάλη δοκιμασία και τους Εθνικούς Δρυμούς, καθώς προβλέπεται αύξηση των ημερών, με υψηλό ρίσκο εμφάνισης πυρκαγιάς σε όλους τους Δρυμούς της χώρας.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε σχετική της έκθεση το 2011, επισημαίνει πως το οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής για τη χώρα μας είναι εξαιρετικά υψηλό: στο δυσμενέστερο σενάριο, το συνολικό κόστος για την ελληνική οικονοµία ως το 2100 ανέρχεται στα 701 δις ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο του εθνικού μας χρέους του 2009. Οι συντάκτες της Έκθεσης σημειώνουν, πως η υιοθέτηση πολιτικών που προστατεύουν το κλίμα, είναι η οικονομικότερη επιλογή που διαθέτουμε, καθώς το συνολικό κόστος μπορεί να μειωθεί κατά €265 δις, να κατέβει δηλαδή στα €436 δις.

Η Ελλάδα δυστυχώς δεν έχει σχεδιάσει μέχρι στιγμής, κάποια στρατηγική για τη προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, παρόλο που γεωγραφικά ανήκει σε μια από τις πιο ευπαθείς περιοχές της Μεσογείου.


Η χώρα πρέπει άμεσα
  1. να καταρτίσει σχέδια διαχείρισης των φυσικών βιότοπων και των λεκάνων απορροής των υδάτινων πόρων, να λάβει μια σειρά από μέτρα, που θα επικεντρώνονται στην υλοποίηση παρεμβάσεων σε όλους τους τομείς, δάση, νερό, υγεία, τουρισμό, γεωργία, αστικές περιοχές κτλ., 
  2. να συνεργαστεί ενεργά με παγκόσμιες επιτροπές διαχείρισης της κλιματικής αλλαγής, ως απόρροια των εγκληματικών τραυματισμών των οικοσυστημάτων του πλανήτη, καθώς και 
  3. να αποτρέψει ενέργειες εκμετάλλευσης του ορυκτού της πλούτου, εις βάρος του περιβάλλοντος… 
  

*** Παναγιώτα Μπλέτα – συγγραφέας – Facebook- Twiter: Panagiota Bletas