Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Νερό, το «πετρέλαιο» του 21ου αιώνα


 Του Μωυσή Λίτση
 
Νερό, το «πετρέλαιο» του 21ου αιώνα Ξεχάστε το πετρέλαιο. Η επόμενη πλουτοπαραγωγική πηγή που βρίσκεται ήδη στο στόχαστρο  μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων ανά το κόσμο είναι το νερό.
 
Το περιοδικό «Fortune» είχε χαρακτηρίσει το 2000, το νερό ως «μία από τις μεγαλύτερες επιχειρηματικές ευκαιρίες στον κόσμο. Θα είναι στον 21ο αιώνα ότι ήταν το πετρέλαιο για τον 20ο  αιώνα», έγραφε στις 15/05/2000. Και ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών  Μπαν Κι-μουν είχε δηλώσει μερικά χρόνια πριν στο Διεθνές Φόρουμ για το Νερό στην Κωνσταντινούπολη, ότι η έλλειψη νερού είναι «ενδεχομένως πιθανή αιτία για πολέμους και συγκρούσεις»
  Πάνω από το 90% της παροχής υπηρεσιών ύδρευσης  και υγιεινής σε ολόκληρο τον κόσμο  ανήκουν στο δημόσιο, υπάρχει ωστόσο  ένα...
9%(545 εκατ. άνθρωποι) υπηρεσιών ύδρευσης που παρέχεται από ιδιώτες. Με το Μνημόνιο Τρία μία ακόμη «πλουτοπαραγωγική» πηγή της χώρας μας, το νερό,  μπαίνει στο στόχαστρο των πολυεθνικών ιδιωτικών συμφερόντων καθώς σχεδιάζεται η ιδιωτικοποίησή του.
 Το 1990 υπήρχαν μόνο δώδεκα χώρες στις οποίες υπήρχαν ιδιωτικές υπηρεσίες παροχής πόσιμου νερού. Σήμερα ο αριθμός τους έχει φθάσει στις 56 και αν συνυπολογιστούν και οι υπηρεσίες διαχείρισης υδάτινων πόρων, υγιεινής και πόσιμου νερού,  ιδιωτικές υπηρεσίες παρέχονται σε περισσότερες από 100 χώρες. Η αγορά νερού υπολογίζεται σήμερα σε 500 δισ. δολάρια τον χρόνο και εκτιμάται ότι στα επόμενα λίγα χρόνια μπορεί να φθάσει στα 3 τρισ. δολάρια.
 Την δεκαετία του ’90 διεθνείς οργανισμοί όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα άσκησαν ποικιλώνυμες πιέσεις για συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις υπηρεσίες ύδρευσης.  Οι ιδιωτικοποιήσεις στο νερό δεν αφορούν μάλιστα μόνο τις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και χώρες όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, όπου μόνο το 5% της αγοράς βρίσκεται αυτή την στιγμή σε ιδιώτες, αλλά με μεγάλα έργα σε εξέλιξη σε πολιτείες όπως η Ατλάντα, η Ινδιανάπολις και το Πουέρτο Ρίκο και σε περιοχές του Καναδά όπως το Μονκτόν, το Χάλιφαξ και το Χάμιλτον.
Πολυεθνικές εταιρίες εμφιάλωσης όπως η Coca-Cola και η PepsiCo επιχείρησαν πρόσφατα να ανοίξουν δουλειές για την εκμετάλλευση των υδάτινων πόρων στην Κεράλα της Ινδίας, συναντώντας έντονες αντιδράσεις, με τις τοπικές αρχές να άρουν τελικά τις σχετικές άδειες. Ανάλογες αντιδράσεις υπήρξαν πρόσφατα και στην Βολιβία και την Αργεντινή.
 
Οι τρεις μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του νερού είναι η γαλλική Suez, η οποία εξυπηρετεί 117,4 εκατ. ανθρώπους στον κόσμο, η επίσης γαλλική Veolia Environment(Vivendi) με 108,2 εκατ. και η γερμανική εταιρία κοινής ωφελείας RWE(Rheinisch-Westfälisches Elektrizitätswerk) με 69,5 εκατ., η οποία πούλησε την θυγατρική της  βρετανική εταιρία υδάτων THAMES WATER το 2006 στην αυστραλέζικη Kemble Water.
 Οι άλλες μεγάλες πολυεθνικές του νερού είναι η ισπανική AGUAS DE BARCELONA(Agbar) (35.2 εκατ.), η γαλλική SAUR (33.5 εκατ.) και η βρετανική UNITED UTILITIES (22.1 εκατ.).
Οι πέντε μεγαλύτερες πολυεθνικές του νερού (Veolia, Suez, Agbar, RWE και Saur) κατείχαν το 2001 το 71% της παγκόσμιας αγοράς νερού. Λόγω όμως των αντιδράσεων σε πολλές χώρες και την επανακρατικοποίηση των δικτύων ύδρευσης, το μερίδιο των μεγάλων πολυεθνικών στην αγορά νερού έχει πέσει στο 34% ενώ το 90% των 400 μεγαλύτερων πόλεων στον πλανήτη εξακολουθεί να έχει δημόσιο δίκτυο ύδρευσης.  Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το νερό έχει χάσει την στρατηγική του σημασία ως εκμεταλλεύσιμος πόρος για τις πολυεθνικές εταιρίες.
 
 
Οι ιδιωτικοποιήσεις
 
 Η Αργεντινή ήταν από τις πρώτες χώρες που ιδιωτικοποίησε το σύστημα ύδρευσης της. Το 1993 η κυβέρνηση παρέδωσε τη δημοτική ύδρευση σε μία κοινοπραξία πολυεθνικών και τοπικών εταιρειών. Η παγκόσμια Τράπεζα έσπευσε να συγχαρεί την κίνηση της Αργεντινής χαρακτηρίζοντας την ως την πιο ελπιδοφόρα επένδυση. Εξαιτίας της ιδιωτικοποίησης οι τιμές διπλασιάστηκαν και η ποιότητα του νερού χειροτέρευσε καθώς σε πολλές περιπτώσεις οι εταιρίες μείωσαν τα έξοδα συντήρησης ενώ δεν προχώρησαν στην αντικατάσταση των παλαιών σωλήνων με αποτέλεσμα το νερό να πλημμυρίζει τις φτωχότερες συνοικίες. Με την οικονομική κρίση που ακολούθησε, οι καταναλωτές δεν μπορούσαν πλέον να πληρώσουν τους λογαριασμούς νερού και το 2005 οι πολυεθνικές Suez and Aguas de Barcelona αποσύρθηκαν από το πρόγραμμα. Η κυβέρνηση επανακρατικοποίησε το δίκτυο, του οποίου όμως οι ζημιές ήταν τόσο μεγάλες ώστε χρειάστηκε να το αποκαταστήσει από την αρχή.
 
 Στη Νότια Αφρική η ιδιωτικοποίηση του δικτύου ύδρευσης είχε ως αποτέλεσμα μια από τις χειρότερες επιδημίες χολέρας στις φτωχές συνοικίες του Γιοχάνεσμπουργκ το 2000-2002. Την παροχή είχε αναλάβει η γνωστή γαλλική πολυεθνική Suez Lyonnaise des Eaux.
 
Η  πιο χαρακτηριστική ίσως περίπτωση ιδιωτικοποίησης στην «μαύρη ήπειρο» είναι εκείνη της Τανζανίας. Το 2003 η χώρα υποχρεώθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ να ιδιωτικοποιήσει άμεσα το απαρχαιωμένο και αναποτελεσματικό της δημόσιο δίκτυο ύδρευσης με αντάλλαγμα την παροχή δανείων. Το δίκτυο το ανέλαβε τελικά η βρετανική Biwater. Μέσα σε ένα χρόνο από την έλευση της Biwater, οι καταναλωτές είδαν τους λογαριασμούς του νερού να τριπλασιάζονται ενώ οι φτωχότεροι αποσυνδέθηκαν από το δίκτυο ύδρευσης. Στην ουσία το 98% του δικτύου εξυπηρετούσε τους ελάχιστους πλούσιους, αφήνοντας εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς νερό. Η εταιρεία δεν έκανε καμία επένδυση όπως όριζε η συμφωνία και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι της έδωσε ψεύτικα στοιχεία και πως η επένδυση ήταν ασύμφορη. Τελικά η Τανζανία επανακρατικοποίησε το δίκτυο ύδρευσης και έδιωξε την Biwater από την χώρα. Η Biwater προσέφυγε δικαστικά κατά της Τανζανίας αλλά έχασε την δίκη το 2008 και υποχρεώθηκε να καταβάλει στην κυβέρνηση 3 εκ. λίρες ως αποζημίωση.
 
 Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η πώληση του δικτύου ύδρευσης στην πρωτεύουσα των Φιλιππίνων Μανίλα, το οποίο θεωρήθηκε ως το πιο φιλόδοξο και «επιτυχημένο» πείραμα ιδιωτικοποίησης. Το 1997 η κυβέρνηση αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα και υπό την πίεση της Παγκόσμιας Τράπεζας αποφασίζει ότι για να καλύψει τα οικονομικά κενά έπρεπε να πουλήσει το νερό. Το δίκτυο ήταν ήδη σε κακή κατάσταση και 4 από τα 11 εκατομμύρια των κατοίκων της δεν είχαν σύνδεση. Το δίκτυο χωρίστηκε σε δύο ζώνες και δόθηκε σε κοινοπραξία εταιρειών (ανάμεσα τους η γνωστή από την μετέπειτα εισβολή στο Ιράκ Bechtel). Τα πρώτα χρόνια και λόγω του ανταγωνισμού οι τιμές μειώθηκαν στο μισό και οι συνδέσεις έφτασαν το 87% των κατοίκων. Από το 2001 όμως και μετά η κατάσταση άλλαξε δραματικά. Οι τιμές αυξήθηκαν μέχρι και 500% σε σχέση με τα επίπεδα του 1997 και η μέση οικογένεια ξόδευε το 10% του εισοδήματος της στους λογαριασμούς του νερού. Το 40% του λογαριασμού δεν αφορούσε στην κατανάλωση αλλά παράνομες χρεώσεις. Το 2003 περισσότεροι από 800 άνθρωποι προσβλήθηκαν από επιδημία χολέρας στο δίκτυο που προκλήθηκε από την κακή συντήρηση των σωληνώσεων και τη μη επιδιόρθωση των διαρροών.
 
 

Άλλες περιπτώσεις
 
Χιλή: Η Παγκόσμια Τράπεζα επέβαλλε σαν δανειοδοτικό όρο στη χώρα εγγύηση κέρδους 33% στη γαλλική εταιρία ύδρευσης Suez Lyonnaise des Eaux
Αυστραλία: Το 1998 λίγο καιρό αφότου ανέλαβε την ύδρευση η Suez Lyonnaise des Eaux το νερό στο Σύδνεϋ βρέθηκε μολυσμένο από παράσιτα.
Καναδάς: Τουλάχιστον 7 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους αφού μολύνθηκαν από το βακτήριο E coli στο Walkerton, Ontario ύστερα από τη ιδιωτικοποίηση του ελέγχου ποιότητας του νερού που πέρασε στον έλεγχο της A&L Labs. Η εταιρία χαρακτήρισε τα αποτελέσματα των ελέγχων «απόρρητη πνευματική ιδιοκτησία» και αρνήθηκε να τα κοινοποιήσει.
Μαρόκο: Οι καταναλωτές είδαν την τιμή του νερού να ανεβαίνει τρεις φορές πάνω αφότου ιδιωτικοποιήθηκε η εταιρία ύδρευσης στην Καζαμπλάνκα.
Βρετανία: Οι λογαριασμοί ύδρευσης και αποχέτευσης αυξήθηκαν κατά 67% μεταξύ 1989 και 1995. Το ποσοστό διακοπών των παροχών ανέβηκε κατά 177%
Νέα Ζηλανδία: Οι πολίτες βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την εμπορευματοποίηση του νερού.
Βολιβία:  Το 1999 η Παγκόσμια Τράπεζα συστήνει ιδιωτικοποίηση της δημοτικής εταιρίας ύδρευσης της Cochabamba, Servicio Municipal del Agua Potable y Alcantarillado (SENIAPA). Αξιωματούχοι της τράπεζας απείλησαν ανοιχτά να παρακρατήσουν 600 εκατομμύρια δολάρια από την δανειακή σύμβαση αν η Βολιβία δεν αποδεχόταν την ιδιωτικοποίηση. Η Cochabamba, τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας συγκλονίστηκε στα μέσα του 2000 από έντονες κοινωνικές αναταραχές-γνωστοί ως «οι πόλεμοι του νερού»-λόγω των βίαιων συγκρούσεων κατά της ιδιωτικοποίησης.
 
 
Οι Βαρόνοι του Νερού
 
Η Γαλλία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η γενέτειρα των ιδιωτικοποιήσεων στο νερό. Ιδιωτικές εταιρίες διαχειρίζονται τα δίκτυα ύδρευσης στην Γαλλία σε μεγάλο βαθμό από την εποχή του Ναπολέοντα. Οι εταιρίες Suez και Vivendi είναι οι μεγαλύτερες ιδιωτικές εταιρίες νερού στον κόσμο και μαζί με την Saur ελέγχουν το 80% της γαλλικής αγοράς νερού, με το υπόλοιπο 20% να το διαχειρίζονται δημοτικές εταιρίες κοινής ωφέλειας.
 Την ίδια μάλιστα στιγμή που η γαλλική κυβέρνηση εφαρμόζει προστατευτικά μέτρα όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες στο νερό, εμποδίζοντας την πρόσβαση σε ξένες επιχειρήσεις, οι γαλλικές εταιρίες του κλάδου έχουν από την δεκαετία του ’80 εμπλακεί σε προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Suez, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται στην εταιρία που διάνοιξε την διώρυγα του Σουέζ τον 19ο αιώνα, ελέγχει σήμερα τις υπηρεσίες ύδρευσης σε 130 χώρες με περισσότερους από 115 εκατ. πελάτες. Η σύγχρονη δραστηριότητά της ξεκίνησε από την ιδιωτικοποίηση του δικτύου ύδρευσης της πόλης Γκρενόμπλ στις αρχές του ’90.
 Τόσο η Suez όσο και η Vivendi έχουν στενές σχέσεις με το γαλλικό πολιτικό κατεστημένο. Το 2000 ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Suez Jerome Monod, ο οποίος είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην ιδιωτικοποίηση του δικτύου της Γκρενόμπλ, μετακόμισε στα Ηλύσια Πεδία και έγινε ένας από τους κορυφαίους συμβούλους του πρώην προέδρου Ζακ Σιράκ.
 
 
H μάχη του Παρισιού
 
Το 2001 υπήρξες ωστόσο μία σημαντική αλλαγή πολιτικής όταν κέρδισε τις δημοτικές εκλογές στο Παρίσι ένας συνασπισμός αριστερών στον οποίο μετείχαν σοσιαλιστές, κομμουνιστές, οικολόγοι και άλλες αριστερές κινήσεις. Ο νεοεκλεγείς δήμαρχος Μπερντράντ Ντελανόε, αποφάσισε αμέσως ότι πρέπει να επανεξεταστούν οι πολιτικές όσον αφορά την ύδρευση της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο νέος δήμαρχος επέβαλε αρχικά μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά την οικονομική διαχείριση και την παροχή των υπηρεσιών ύδρευσης. Συγκεκριμένα ζήτησε από τις ιδιωτικές εταιρίες όταν το 2003 άρχισε η συζήτηση για την ανανέωση των συμβάσεων, να βάλουν στην άκρη σημαντικά ποσά για την βελτίωση του δικτύου, κάτι που ωστόσο δεν έγινε.
 Το 2008 ο Ντελανόε διεκδίκησε την επανεκλογή του υποσχόμενος ότι θα επαναφέρει υπό δημόσιο έλεγχο τις υπηρεσίες νερού κάτι που τελικά κατάφερε να πετύχει το 2010. Ιδρύεται η δημοτική εταιρεία Eau de Paris και ο δήμος καταφέρνει να εξοικονομήσει 35 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο προχωρώντας παράλληλα σε μείωση των τιμολογίων κατά 8%.
(*) Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Η ΕΛΛΑΔΑ αύριο"(08/12/2012).
 
ΠΗΓΗ: OIKONOMIALLOMATI.BLOGSPOT.GR