Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Βακτήρια - μίνι εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής

Ένα βήμα πιο κοντά στην παραγωγή «καθαρού» ηλεκτρισμού από βακτήρια μέσω της ανάπτυξης των σχετικών βιο-μπαταριών, ήρθαν βρετανοί και αμερικανοί επιστήμονες.
Βακτήριο Shewanella oneidensis (πηγή: wikipedia) Βακτήριο Shewanella oneidensis (πηγή: wikipedia) Οι ερευνητές απέδειξαν ότι τα βακτήρια δημιουργούν ηλεκτρικό φορτίο από μόνα τους -το οποίο δεν ήταν σαφές μέχρι σήμερα.  Συγκεκριμένα, ανακάλυψαν ότι τα βακτήρια που βρίσκονται πάνω στην επιφάνεια ενός μετάλλου ή ορυκτού, μπορούν να «γεννούν» στο εσωτερικό τους και να μεταφέρουν στο περιβάλλον τους ηλεκτρικά φορτία (ηλεκτρόνια) μέσω των κυτταρικών μεμβρανών τους. Αυτό σημαίνει ότι θα ήταν εφικτό να ...
τοποθετηθούν βακτήρια απευθείας πάνω σε ηλεκτρόδια και, έτσι, να δημιουργηθούν μικροβιακές μπαταρίες.
«Αυτό ήταν το τελευταίο κομμάτι του παζλ», επισημαίνουν οι ερευνητές. Η πρόκληση είναι πλέον να «χειραγωγήσουν» στην πράξη αυτό το βιολογικό φαινόμενο στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης βιο-μπαταρίας.
Οι ερευνητές, που  χρηματοδοτούνται από το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ, πραγματοποίησαν πειράματα με μια οικογένεια θαλάσσιων βακτηρίων(Shewanella oneidensis), τα οποία τροποποίησαν γενετικά, έτσι ώστε να αυξήσουν τις συγκεκριμένες πρωτεΐνες που μεταφέρουν το ηλεκτρικό φορτίο (το ρεύμα των ηλεκτρονίων).
Ήταν η πρώτη φορά που οι επιστήμονες κατάφεραν πραγματικά να δουν και να αναλύσουν τον μηχανισμό με το οποίο τα συστατικά (πρωτεϊνες) της κυτταρικής μεμβράνης του βακτηρίου αλληλεπιδρούν άμεσα με τις ουσίες των μετάλλων, μεταφέροντας έτσι ρεύμα έξω από τον μικροοργανισμό.
«Είναι πλέον δεδομένο ότι τα βακτήρια διαθέτουν ένα μεγάλο δυναμικό ως δυνητικές μικρο-γεννήτριες ηλεκτρισμού. Στην πράξη, ηλεκτρισμός θα μπορούσε να δημιουργείται στο μέλλον από τα μικρόβια που αφθονούν στα κάθε είδους απόβλητα (οικιακά, γεωργικά κ.α.)», τόνισε ο επικεφαλής ερευνητής Τομ Κλαρκ, προσθέτοντας πως κάποια στιγμή τα βακτήρια θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μίνι εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής.
Οι ερευνητές της Σχολής Βιολογικών Επιστημών του βρετανικού πανεπιστημίου East Anglia και του αμερικανικού Εθνικού Εργαστηρίου Pacific Northwest έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS). 
Πηγή: ΑΜΠΕ